ΑΚΟΥΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΡΟΓΟΝΟΥΣ ΜΑΣ

ΑΚΟΥΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ  ΠΡΟΓΟΝΟΥΣ ΜΑΣ



Γράφει η  Φωστηροπούλου – Καραμανίδου Αναστασία

Ο πατέρας μου , ο Νικόλαος, ορφάνεψε πολύ μικρός από πατέρα και η μητέρα του η Μαρία ξαναπαντρεύτηκε με τον Κωνσταντίνο Φωστηρόπουλο και έτσι γνώρισε για συγγενείς του τους Φωστηροπουλαίους. Φοίτησε στο Ελληνικό σχολείο μέχρι την Ε τάξη δημοτικού και όταν μεγάλωσε δούλευε σαν κτίστης σε οικοδομές. Η δουλειά αυτή τον έσωσε από τους πολλούς και ποικίλους κινδύνους που διέτρεχαν οι Έλληνες από τους τούρκους στους δύσκολους καιρούς, γιατί δούλευε σαν σκλάβος για τους Τούρκους. Η μάνα μου, η Ανατολή, αξιώθηκε να τελειώσει το δημοτικό σχολείο και ο πατέρας της , ο Λεωνίδας, είχε όνειρα για αυτήν, να την σπουδάσει, αλλά πρόλαβε ο χαλασμός και όλα έγιναν στάχτη.

Ο παππούς μου ο Λεωνίδας είχε πέντε παιδιά. Τα τρία ήταν παντρεμένα. Το τέταρτο ήταν η μάνα μου, η Ανατολή και το πέμπτο η θεία μου η Σοφία. Ήταν ζωέμπορος καλοστεκούμενος οικονομικά και με πολλές και καλές γνωριμίες και σχέσεις με Έλληνες φυσικά αλλά και με σημαίνοντες τούρκους. Όταν όμως τα πράγματα αγρίεψαν και οι σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων διαταράχθηκαν, οι Τούρκοι άρχισαν να εφαρμόζουν, ύπουλα και απάνθρωπα το απεχθές σχέδιο εξόντωσης και αφανισμού του Ελληνικού και Χριστιανικού πληθυσμού της Μ. Ασίας. Τότε λοιπόν, την περίοδο αυτή της εντάσεως, κάποιος πολύ γνωστός Τούρκος του παππού μου, δήθεν φίλος, έστειλε δύο άνδρες και του είπαν να πάει μαζί τους να συναντήσει τον «φίλο του» , τάχα για κάτι καλό. Ο παππούς μου κατάλαβε αμέσως την παγίδα που του έστηναν, προσποιήθηκε όμως ότι ήταν πολύ πρόθυμος να τους ακολουθήσει. Με μια όμως αστραπιαία κίνηση αρπάζει το όπλο του που είχε στο σπίτι του , τους πυροβολεί και τους σκοτώνει. Εκείνη την στιγμή βρισκόταν στο σπίτι η μάνα μου, μικρό κορίτσι, ένας γαμπρός του και ένα μικρό εγγονάκι του, νήπιο. Χωρίς δεύτερη σκέψη εγκαταλείπουν όλοι μαζί το σπίτι και παίρνουν τον δρόμο για τα βουνά, όπου συναντήθηκαν και με άλλους καταδιωκόμενους και γυναικόπαιδα που έφευγαν για να σωθούν μέσα σε σπηλιές , χαράδρες και βράχια. Ο παππούς μου έντυσε την μάνα μου με ανδρικά ρούχα για περισσότερη ασφάλεια. Και από Ανατολή πήρε το όνομα «Γιάννος»

Επί δυο χρόνια περίπου, χειμώνα – καλοκαίρι βρισκόταν στα βουνά κυνηγημένοι από τα αποσπάσματα του Τοπάλ Οσμάν αλλά και προστατευόμενοι από το Ελληνικό Αντάρτικο, όσο αυτό ήταν δυνατό. Στο διάστημα αυτό έζησαν τραγικές καταστάσεις με τα κρύα τους στα βουνά, στις ζέστες τα καλοκαίρια, την διαρκή αγωνία να μην εντοπιστούν από τους Τούρκους , την πείνα, την δίψα και την κούραση. Και ακόμα με τη σκέψη και τον πόνο στα αγαπημένα πρόσωπα που χάθηκαν. Από αυτά που άκουσα από το στόμα της μάνας μου δυο περιστατικά χαράχτηκαν τραγικά και ανεξίτηλα στην ψυχή μου. 1. Όταν κάποια φορά οι κυνηγημένοι νόμισαν ότι κινδυνεύουν, κάθισαν όλοι λίγο να ξεκουραστούν και να φάνε κάτι. Χωρίς να καταλάβουν πως συνέβη, ξαφνικά βρέθηκαν περικυκλωμένοι από Τούρκους. Πανικοβλημένοι και εντελώς αστραπιαία πετάχτηκαν όρθιοι και διασκορπίστηκαν να φύγουν όπως όπως και να κρυφθούν. Όμως το μικρό εγγονάκι του παππού μου έμεινε πίσω φωνάζοντας «παππού παππού πάρε με κι εμένα μαζί σου!» Ποιος ξέρει ποια να ήταν η μοίρα του μικρού παιδιού μέσα στον πανικό? Σκοτώθηκε από τις σφαίρες των Τούρκων ή το βρήκαν και το πήραν μαζί τους?
2. Κόσμος πολύς κρυμμένος μέσα σε μια σπηλιά. Κι ένας ιερέας ανάμεσα στο πλήθος. Για να μην τους ανακαλύψουν οι Τούρκοι από τα κλάματα του βρέφους, που το κρατούσε αγκαλιά η μάνα του, ο Ιερέας τη συμβούλεψε να πνίξει το παιδί της. «Την αμαρτία την παίρνω πάνω μου εγώ ! Πνίξε το παιδί σου…»

Από τα βουνά ψηλά έβλεπαν οι κυνηγημένοι τα χωριά τους να καίγονται. Οι Τούρκοι μάζευαν τους δυστυχείς Πόντιους Έλληνες, άνδρες, γυναίκες και παιδία και γέμιζαν ασφυκτικά τις Εκκλησίες και στη συνέχεια τις βάζανε φωτιά. Και καίγονταν φυσικά ζωντανοί. Η μάνα μου έλεγε πως άκουγαν τις φωνές των καιγόμενων να φθάνουν με τον καπνό στον ουρανό! Το πώς χάθηκε η οικογένεια του θείου μου, αδελφού της μητέρας μου, δηλαδή πατέρας, μητέρα και δύο παιδιά δεν ξέρω. Κανείς δεν ήξερε να μας πληροφορήσει το παραμικρό. Αυτό που ξέρω από όσα άκουγα είναι ότι η γιαγιά μου με την μικρή κόρη της και τη μεγάλη παντρεμένη με δύο παιδιά βρέθηκαν στον δρόμο της εξορίας χωρίς τελειωμό. Κατά την πορεία κάποιο βόλι των Τούρκων στρατιωτικών πετυχαίνει θανάσιμα την κόρη της που πέφτει αιμόφυρτη στην αγκαλιά της. Η πορεία όμως συνεχίζεται. Κάποια στιγμή τις βάζουνε μέσα σε μια Εκκλησία, γεμίζοντάς την ασφυκτικά. Στη συνέχεια οι Τούρκοι στρατιώτες έπαιρναν και βίαζαν γυναίκες. Μία δύστυχη μάνα τρελάθηκε από το κακό που συνέβαινε, όταν βίασαν την κόρη της. Σίγουρα είχαν σκοπό να βάλουν φωτιά στην Εκκλησία. Κάτι όμως συνέβη αναπάντεχο εκείνη την στιγμή και οι Τούρκοι στρατιώτες απομακρύνθηκαν βιαστικά χωρίς να κάψουν τις εγκλωβισμένες. Πιθανόν να εμφανίστηκαν Έλληνες αντάρτες και εγκατέλειψαν το απάνθρωπο εγχείρημά τους.

Η τρίτη αδελφή της μάνας μου, βρέθηκε ολομόναχη με ξένο κόσμο μάλλον στα βουνά. Κάπου βρέθηκε με μια άλλη γυναίκα κοντά σε ένα πηγάδι βαθύ και με πολύ νερό. Καθώς καθόταν ξαφνικά εμφανίστηκαν Τούρκοι οι οποίοι όρμησαν αν τις πιάσουν. Οι γυναίκες πήδηξαν μέσα στο πηγάδι. Πλησίασαν οι Τούρκοι κοντά, τις ψάχνουν από εδώ τις ψάχνουν από εκεί, τις ψάχνουν μέσα στο πηγάδι αλλά δεν τις βρίσκουν, πυροβολούν μέσα στο πηγάδι πολλές φορές και μένοντας σίγουροι ότι και αν ήταν μέσα στο νερό θα σκοτώθηκαν ή θα πνίγηκαν, τελικά έφυγαν. Πως γαντζώθηκαν κάτω από τις πέτρες του πηγαδιού και σώθηκαν μόνο ο Θεός το ξέρει.

Όταν με την συνθήκη της Λοζάννης έγινε ανακωχή και συμφωνήθηκε η ανταλλαγή πληθυσμού, ο παππούς με την μάνα μου κατέβηκαν από τα βουνά στα κτήματα κάποιου Αγά Τούρκου, εκεί φαίνετε ότι δούλευε και ο πατέρας μου. Ο παππούς μου έκανε τον φούρναρη σε φούρνο του Αγά. Εκεί διευκόλυναν τον κόσμο να καθαριστεί και να πλυθεί και να προετοιμαστεί για την ανταλλαγή. Όταν ήρθε η σειρά της μάνας μου να πλυθεί και να καθαριστεί έβγαλε τα αντρικά ρούχα και αφού πλύθηκε , φόρεσε τα γυναικεία. Τότε όλος ο κόσμος που βρισκόταν εκεί έμεινε έκπληκτος διαπιστώνοντας ότι ο νεαρός που πλύθηκε ήταν κορίτσι. Θαύμασαν συγκινήθηκαν και έκλαψαν μαζί Τούρκοι και Έλληνες

Εκεί βρισκόταν και ο πατέρας μου, ο οποίος συμπάθησε την μάνα μου και ζήτησε από τον παππού μου να την παντρευτεί, αλλά αυτός ούτε καν ήθελε να ακούσει τέτοια πράγματα. Ο πατέρας μου όμως με την συγκατάθεση του Αγά , στον οποίο δούλευε και με την βοήθεια των δικών του ανθρώπων την έκλεψε, αφού προηγουμένως την έπεισαν να δεχτεί. Έτσι έφτασαν στην Ελλάδα παντρεμένοι οι γονείς μου

Τελικά όσοι σώθηκαν από τον χαμό, τον ξεριζωμό, την γενοκτονία και όχι απλώς εθνοκάθαρση, συναντήθηκαν στην Ελλάδα. Από τα δεκατέσσερα άτομα που είχε η οικογένεια του παππού μου, μόνο τα έξι έμειναν. Και αυτό δεν είναι γενοκτονία για κάποιους…

Στην Ελλάδα οι γονείς μου εγκαταστάθηκαν στο χωριό Λύκοι Εδέσσης, όταν εγώ ήμουν βρέφος ακόμη, μεταφερθήκαμε στο Ζεβροχώρι Βεροίας και μέναμε προσωρινά με γνωστούς και συγγενείς του πατέρα μου έως ότου ετοιμαστεί το σπίτι μας στην Κρύα Βρύση Γιαννιτσών. Στο Ζεβροχώρι πρέπει να μείναμε δύο χρόνια και θυμάμαι την γιαγιά μου να κάθετε σαν ένα μαύρο κουβάρι χωρίς μιλιά καθόλου, στην Κρύα Βρύση δεν πρόλαβε να έρθει…

Τον παππού μου τον θυμάμαι περισσότερο, ήταν ζωηρός δραστήριος αλλά πάντα οργισμένος κατά των Τούρκων και πικραμένος που δεν μπορούσε να ικανοποιήσει την επιθυμία του να πάει να πολεμήσει.

Όλα αυτά έχουν χαραχτεί βαθιά μέσα στην ψυχή μου. Όμως στην Κρύα Βρύση, στο προσφυγοχώρι δεν χρειάστηκε να εκφραστώ για τους προγόνους μου, όταν όμως βγήκα έξω από το χωριό μου σαν σπουδάστρια στην Θεσσαλονίκη, άκουσα μια σπουδάστριά μου από την Παιδαγωγική Ακαδημία να λέει « Οι Πόντιοι είναι Τούρκοι»

Πικράθηκα και οργίστηκα τόσο πολύ που όσο δεν γίνετε, δεν ήξερα πώς να την πείσω σε πόσο μεγάλη πλάνη βρίσκετε αλλά έπρεπε να κάνω κάτι , κάπως να αντιδράσω, δεν ήξερα τι και πως. Όταν αργότερα διορίστηκα δασκάλα το 1963, έβαλα σκοπό μου να προβάλω και εγώ με κάποιο τρόπο την ιστορία των προγόνων μου , όσο μπορούσα. Δεν μπήκα ποτέ σε συλλόγους ούτε σε χορευτικά συγκροτήματα, ούτε ήξερα Ποντιακούς χορούς, όμως εκεί στα χωριά που υπηρετούσα (Αμμουδιά Σερρών) έβαζα τις Πόντιες μητέρες των μαθητών μου να μου δείχνουν τα βήματα των χορών και στην συνέχεια τα δίδασκα στα παιδιά. Από το 1963 και μετά κάθε χρόνο, όπου και αν βρισκόμουν ως δασκάλα , δίδασκα παραδοσιακούς χορούς στους οποίους συμπεριλαμβανόταν απαραίτητα και ποντιακοί και μάλιστα με στίχους, όπου αυτό ήταν δυνατόν, στην ποντιακή διάλεκτο. Στην δεκαετία του 60 τα ποντιακά τραγούδια και οι χοροί δεν θεωρούνταν δημοτικά από πολλούς εκπαιδευτικούς.

Επίσης πολύ πικραινόμουν με αυτά τα χαζά ποντιακά ανέκδοτα που έλεγαν για τους πόντιους, τους οποίους παρουσίαζαν ως κουτούς τόσο πολύ που και μορφωμένοι και επιστήμονες να λένε ότι πόντιος σημαίνει μεταξύ των άλλων και …κουτός. Όπου μου δόθηκε αφορμή αντέδρασα, ήπια όμως και χαμηλόφωνα, εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά μου ακούγοντας αυτά. Αναφέρω δυο περιστατικά στη συνέχεια , από τα πολλά που θυμάμαι.

  1. Όταν ήμασταν στην Γερμανία στο Ludwixhafen (ως αποσπασμένοι δάσκαλοι) έγινε μια εκδρομή από την Ορθόδοξη Ελληνική Εκκλησία για κάποια εκδήλωση στην Βόννη. Στο δρόμο, ως είθισται , άρχισαν τα ανέκδοτα και φυσικά και ποντιακά. Ένας μαθητής του γυμνασίου άρχισε να λέει ποντιακά ανέκδοτα που, ως συνήθως προκαλούν γέλια κοροϊδευτικά για τους ανθρώπους αυτούς. Αφού τελείωσαν τα ανέκδοτα απευθύνομαι στον μαθητή και των ρωτάω «Πόντιος είσαι;» -----«Όχι!!!», μου λέει «Κρητικός», με καμάρι. « Και είσαι πιο έξυπνος από τους Πόντιους;» τον ξαναρωτάω. Το παιδί κοκκίνισε , ντράπηκε και δεν μίλησε.
  2. Ένα καλοκαίρι παραθερίζαμε με άλλες οικογένειες μαζί στην Κρήτη, στο Τυμπάκι. Πηγαίναμε με λεωφορείο για να επισκεφτούμε διάφορα αξιοθέατα μέρη. Ήμουν κάπως κουρασμένη και με πήρε ο ύπνος ελαφριά. Κάποια στιγμή ακούω δύο αδελφούλες του δημοτικού σχολείου να αρχίζουν τα χαζά ανέκδοτα για τους Πόντιους. Ξύπνησα και άρχισα να διαμαρτύρομαι. Παραξενεύτηκαν μερικές γυναίκες και τι μου απάντησαν «Αυτά τα λένε και στο σχολείο οι δάσκαλοι για να ψυχαγωγούνται τα παιδιά μας. Γιατί διαμαρτύρεστε;» Αλλού πάλι αναγκάστηκα να ρωτήσω «Είναι πνευματική τροφή αυτά τα ανέκδοτα;»

Πιστεύω και νοιώθω ότι η όλη συμπεριφορά μου με τους χορούς στα σχολεία και με την αντίδρασή μου στα ταπεινωτικά αυτά ανέκδοτα – αντίδραση στην οποία συνεχίζω έντονα να εκδηλώνω και σήμερα όταν χρειάζεται- πρόσφερα κι εγώ ένα ιερό μνημόσυνο στους γονείς μου, στους προγόνους μου αλλά και σε όλους που χάθηκαν με την Γενοκτονία και τον ξεριζωμό της φυλής μου από τα πάτρια εδάφη της, που τόσο βάναυσα και ανίερα μερικοί βρίζουν τους προγόνους μου και την φυλή μου.


Αλεξανδρούπολη, 10/12/2015
Φωστηροπούλου – Καραμανίδου Αναστασία
23/02/1937
Συνταξιούχος Δασκάλα


Μοιραστείτε το στο Google Plus

PONTOS TV - ΠΟΝΤΟΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ

Το 1ο ελληνικό πολιτιστικό κανάλι!
    Blogger Comment
    Facebook Comment

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου